Το τείχος

Από την Λευκοθέα Μαρία Γκολγκάκη

1 min read

Εν έτει 2021 οι περισσότεροι από εμάς κινούμαστε σε δύο κόσμους, στον απτό και στον εικονικό, αυτόν που σχετίζεται με το διαδίκτυο και τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Σε μια τρισδιάστατη πραγματικότητα, συζητούμε τα θέματα που μας απασχολούν με οικογένεια, φίλους και οικείους, ανταλλάσσουμε απόψεις, δεχόμαστε, απορρίπτουμε, και ούτω καθεξής. Ο βαθμός οικειότητας μεταξύ μας καθορίζει την ένταση σε κάθε μας αντίδραση το οποίο είναι και λογικό κατ εμέ. Στα μέσα δικτύωσης, ωστόσο, οι ισορροπίες αλλάζουν.


Οι «φίλοι» που μπορεί να έχει ο καθένας από εμάς απαρτίζονται από γνωστά πρόσωπα που συναναστρεφόμαστε στον έξω κόσμο, σε αυτούς που γνωρίζουμε μόνο από βιντεοκλήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί, επαγγελματικού συχνά περιεχομένου, (η δεύτερη περίπτωση σου δίνει αν μη τη άλλο την ευκαιρία να δεις έστω την προτομή κάποιου, καλύτερο από το τίποτα) και είναι καλύτερο από λέξεις που απλά διαβάζεις σε αναρτήσεις. Θυμόμαστε, δεν είναι τι λέμε αλλά ο τρόπος και η χροιά της φωνής μας που επικοινωνεί κάθε φορά κάτι διαφορετικό. Η τρίτη περίπτωση είναι πιο παθητική σε σχέση με τη λήψη και κατά προέκταση την επεξεργασία της πληροφορίας. Διαβάζουμε πράγματα από ανθρώπους που στην πραγματικότητα δε γνωρίζουμε μεν αλλά συναναστρεφόμαστε σχεδόν καθημερινά στον κόσμο του διαδικτύου.

Η κάθε μας ανάρτηση αποκαλύπτει μικρά, πολύ μικρά κομμάτια του εαυτού μας αλλά βασικά τις πτυχές του χαρακτήρα μας που εμείς θέλουμε να προβάλουμε. Εξυπνάδα, ομορφιά, χιούμορ, επαγγελματικότητα, να βάλω και την κακία; Καλύτερα όχι αφού πιστεύω πως κανείς μας σκόπιμα τουλάχιστον δε θέλει να διαφημίσει την σκοτεινή του πλευρά. Σκόπιμα, γιατί εν βρασμό ψυχής, τα δαχτυλάκια πατάνε πλήκτρα που μετά εύχεσαι να μην είχαν πατηθεί. Γιατί αυτό που διαβάζουμε  προκαλεί διαβαθμίσεις στα συναισθήματα μας. Είτε μας αγγίζει, είτε μας αφήνει αδιάφορους είτε μας εξοργίζει. Μμμ… Θεμιτό ή μη συμβαίνει. Και αυτό πυροδοτεί όχι μόνο αρνητικά συναισθήματα αλλά ίσως και μια ακραία αντίδραση από εμάς αφού ενδέχεται να μπούμε στη διαδικασία όχι απλά να πάρουμε θέση αλλά να επιτεθούμε λεκτικά σε κάποιον για τις πεποιθήσεις του. Σε αυτό το σημείο σηκώνεται ένα τεράστιο τείχος μπροστά μας. Μας εμποδίζει από το να δούμε στην απέναντι όχθη, ξυπνάει την οργή.

Νομίζω, θα συμφωνήσετε οι περισσότεροι μαζί μου πως από τον τελευταίο χρόνο, ποικίλα θέματα συζητήθηκαν, αναλύθηκαν, ξανασυζητήθηκαν και αυτό ήταν μονάχα στο Season 1. Τώρα γυρίζεται το Season 2 (δεν είμαι σίγουρη για το είδος της ταινίας όμως. Κοινωνική να την ονομάσεις, δράμα, avant-garde, νουάρ, μπορεί και γουέστερν. Ρομαντική μην τη πεις, δεν της πάει με τίποτα).

Κατά την ταπεινή μου άποψη, δες την ταινία ή μη τη δεις, αλήθεια σου λέω έχεις δικαίωμα να το κάνεις.

Φαντάσου όμως τώρα πως καταλήγουμε να την παρακολουθήσουμε δύο άνθρωποι ταυτόχρονα, πόσο πρέπον είναι να σου επιτεθώ γιατί δεν ήταν του γούστου σου, ή εσύ αντίστοιχα να κάνεις το ίδιο γιατί εγώ τη λάτρεψα;

Ανά τους αιώνες χίλια δεινά πλήξανε την ανθρωπότητα και οι γενιές που κατάφεραν κάτι ήταν αυτές που ενώθηκαν για να τα αντιμετωπίσουν, όχι αυτές που σήκωσαν τείχη πολεμώντας ο ένας τον άλλον, άνθρωπος με συνάνθρωπο θαρρείς και ήταν θηρία. Κανέναν δεν ωφελεί αυτό το τείχος γιατί έχει πέτρες βαριές και επικίνδυνες και μερικές φορές σηκώνεται πολύ ψηλά, τόσο που ούτε καν οι χτίστες έχουν τη βεβαιότητα του τι θα τους συμβεί εάν γκρεμιστεί και πέσει πάνω τους.

Προσωπικά, σκέφτομαι να ασκήσω ένα αναφαίρετο δικαίωμα μου, αυτό της ελευθερίας της έκφρασης. Θα προσπαθώ μέσα από το λόγο μου να εκφράσω τη δική μου αλήθεια και με τον ίδιο τρόπο θα αγκαλιάσω τη δική σου, χωρίς απαραίτητα να την ασπαστώ. Σε συγχαίρω συνάνθρωπε όταν επιλέγεις να μην κατακρίνεις και σου σφίγγω το χέρι που επιλέγεις να χτίζεις άλλα πράγματα στη ζωή σου και όχι τείχη.