“Η ποιητική γραφή του Massimiliano Damaggio” της Εύας Στάμου

1 min read

Η ποιητική γραφή του Massimiliano Damaggio

Η δίγλωσση ποιητική συλλογή, Ιταλικά – Ελληνικά, εκδόθηκε από τον ιταλικό εκδοτικό οίκο Zone.Το βιβλίο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο του φεστιβάλ βιβλίου στο Ζάππειο, τον Σεπτέμβριο, σε συνεργασία με τον Σ.ΕΚ.Β. Απόδοση στα Ελληνικά Τζίνα Καρβουνάκη.

 

 

 

 

Εύα Στάμου

 

«Εγώ γράφω στη γλώσσα σου», λέει ο ποιητής, δημιουργώντας ήδη έναν υπόρρητο γρίφο: ποια γλώσσα είναι πραγματικά δικιά σου ή οικεία; Είναι η γλώσσα της νοσταλγίας, η γλώσσα της παιδικότητας, μια γλώσσα εγγεγραμμένη στα βάθη της συνείδησης και για αυτό, μια γλώσσα κοινή για όλους.

Ο Damaggio αναμοχλεύει τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, των οποίων ο απόηχος παραμένει ζωντανός στο πέρασμα των δεκαετιών. Επιδιώκει ουσιαστικά την επούλωση των πληγών, όχι μέσω της ανακουφιστικής λήθης, αλλά μέσα από τον οδυνηρό, ακανθώδη δρόμο της ανασύνθεσης των βιωμάτων ώστε να αναζωπυρωθεί η μνήμη που κάποια στιγμή θα τον οδηγήσει στη λύτρωση.

Αυτό που πραγματικά αποζητά είναι η αγάπη μέσω της επιστροφής σε μια εποχή που μητέρα και βρέφος αποτελούσαν ένα αδιαφοροποίητο ον, το οποίο υπερνικούσε το θάνατο με την ίδια ανάσα, και αντιλαμβανόταν τον κόσμο ως μία ενότητα.

 

δ’ μητέρα

δεν είναι πρέπον

δεν είναι ποίηση να συλλέγεις έναν πόνο

για να γράφεις λέξεις

αν είσαι διπλωμένη στα δύο

στον πρώτο όροφο του ερημωμένου σπιτιού

ενώ φωνάζεις στο παιδί που το σκάει,

και πέφτει από τις σκάλες,

και κρύβεται

ακούει στο σκοτάδι

το ουρλιαχτό της αρρώστιας σου να ξεσκίζει τη στέγη

 

Όπως επισημαίνει κάπου ο Διονύσης Καψάλης,  μια από τις πιο σημαντικές και σθεναρές συμβάσεις της λογοτεχνίας είναι το πρώτο ενικό πρόσωπο της λυρικής ποίησης. Πρόκειται για τη στιγμή που η παιδικότητα εισβάλλει στον αφηγηματικό λόγο, τη στιγμή που η εξομολόγησή μας παίρνει τα χαρακτηριστικά της αυτοβιογραφίας ακόμα και αν αυτό δεν είναι παρά μία ψευδαίσθηση. Αυτό που αναζητά το λυρικό υποκείμενο καθώς στρέφεται προς την παιδική ηλικία είναι η βαλλόμενη αλήθεια του, είναι η ανάκτηση της αυθεντικότητάς του.

Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι η ενασχόληση με την παιδική ηλικία ξεκίνησε με την κλασική ψυχανάλυση, όμως η στροφή στην παιδικότητα εμφανίζεται ήδη στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία πολύ πριν επικρατήσουν οι θεωρίες ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης του Φρόιντ που διακρίνουν την εξέλιξη του παιδιού σε τρία στάδια: το στοματικό, το πρωκτικό και το φαλλικό.

Πότε όμως αποκτά ηλικία η ανθρωπότητα; Πότε η συνείδηση του επερχόμενου γήρατος συμπλέκεται με τα αφηγηματικά ίχνη της νεότητας ή και της εφηβείας; Και πότε αρχίζει πραγματικά η λογοτεχνία να χρησιμοποιεί την ηλικία ως συλλογική μεταφορά για την κατανόηση του κόσμου;

Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι αυτό συνέβαινε ανέκαθεν, από την εποχή ήδη που γράφτηκε ο Οιδίπους Τύραννος. Ωστόσο, αν θέλουμε να παραμείνουμε στο πεδίο της νεωτερικότητας, ας τονισθεί ότι από τον όψιμο 18ου αιώνα ως και τις αρχές του 19ου, ένας νέος άνεμος αυτοβιογράφησης του καλλιτέχνη, με έμφαση στην παιδική ηλικία πνέει στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Ορόσημο αυτής της τάσης αποτελούν τα κείμενα του Ρουσσώ: Οι  Εξομολογήσεις, μα κυρίως οι Διάλογοι και οι Ρεμβασμοί του μοναχικού περιπατητή που προλειαίνουν το έδαφος για την υποδοχή ενός νέου είδους Bildungsroman που διευκολύνει την καθιέρωση τόσο στον πεζό, όσο και στον λυρικό λόγο, της αυτοαναφορικής αφήγησης και συνακόλουθα της λογοτεχνικής ανασύνθεσης της παιδικής ηλικίας.

Ο Massimiliano Damaggio συνεχίζει, υπό αυτή την έννοια, μια μεγάλη, μακριά παράδοση νεωτερικών αφηγητών.

 

γ’ από την αποβάθρα

κάθε άφιξη, εάν την κοιτάς προσεκτικά, είναι μια αναχώρηση

όταν αγκαλιάζεις κάποιον ενώ τον αποχαιρετάς

δεν ξέρεις πως αποχαιρετάς μια άφιξη

στην επιστροφή συνήθως

ενώ καθρεφτίζεσαι στα τζάμια

φοβάσαι να αγκαλιάσεις έναν άγνωστο

γιατί κάθε επιστροφή είναι μια αναχώρηση

προς έναν τόπο που δεν υπήρξε

 

 

Στην ποιητική συλλογή του ‘’Εγώ γράφω στη γλώσσα σου’’ παρακολουθούμε τον εσωτερικό μονόλογο ενός παιδιού που σταδιακά απομαγεύεται (για αυτό μιλάει για ξεπαραμύθι ο ποιητής), την εσωτερική κραυγή του για μια  μητέρα που νοσεί εγκλωβισμένη σε ένα σώμα που την έχει προδώσει, και για έναν νεκρό πατέρα με τον οποίο η επικοινωνία συνεχίζεται πέρα από το θάνατο, έναν πατέρα που παραδόξως είναι περισσότερο παρών από την μητέρα. Αφηνόμαστε να παρασυρθούμε σε αυτή την αναδρομική ανάγνωση των πρώτων χρόνων της ζωής, σε μια καταβύθιση στην ηλικία όπου δύσκολα ξεχωρίζει η επινόηση από την αναπαράσταση, η φαντασίωση από την πραγματικότητα, η αλήθεια από το ψέμα

Χαμηλόφωνες, δίχως έντονες εξάρσεις περιγραφές, καθώς ο αφηγηματικός χρόνος μετακινείται διαρκώς από το παρελθόν στο παρόν αλλά και το αντίστροφο, μεταβάλλοντας την οπτική του αναγνώστη.

Η μεταφράστρια Τζίνα Καρβουνάκη αποδίδει εξαιρετικά την αισθητική μορφή και το νόημα των ποιημάτων, χωρίς να μεταφράζει αυτολεξεί μα μεταφέροντας εικόνες εναργείς από την ιταλική στην ελληνική γλώσσα.

 

ιζ’ ασκούμενος στη θύμηση

τώρα ξέρεις ότι από εσένα έχει μείνει μια ανάσα ξέρεις ότι η ανάσα

που απέμεινε από σένα

είναι σαν να προσπαθώ να μαζέψω ένα σύννεφο

 

από αυτήν την ανάσα σου που απέμεινε

αναπνέω και ακούω την αναπνοή σου σαν τον χτύπο μιας [καρδιάς

που με τυλίγει στον ύπνο

 

τώρα ξέρεις ότι ο άνθρωπος που επέστρεψε

για να σε χαρίσει

στην αγάπη των φιδιών και των εντόμων

ακόμα αναζητά την ανάσα σου

όταν το δέντρο στομώνει

και στέκεται το πουλί, δίχως ήχο

και στη σάρκα τού χρόνου σου

κατρακυλώ

 

Τα μοτίβα που επανέρχονται στους στίχους του Damaggio είναι η νοσταλγία για τον χαμένο παράδεισο των παιδικών χρόνων, η δυσκολία αποχωρισμού από τους γονείς, η επιθυμία για αυτονομία αλλά και η επίμονη, βασανιστική ανάγκη για τρυφερότητα, αποδοχή, μια μετωνυμική επιστροφή στη μήτρα.

Αυτή η διάχυτη νοσταλγία, αγγίζει κάποιες φορές την νοσηρότητα αφού είναι σαφές για τον αναγνώστη πως οι στιγμές της μοναξιάς, της οδύνης και του φόβου στο παρελθόν του αφηγητή δεν ήταν καθόλου λίγες, και πως ο παράδεισος υπήρξε περισσότερο ως πλάσμα στη φαντασία του, παρά ως τμήμα της πραγματικότητας

Ο έμπειρος Έλληνας αναγνώστης θα θυμηθεί εδώ το εμβληματικό μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου «Η Κασσάνδρα και ο λύκος» και τον τολμηρό και απροσδόκητο τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας χειρίζεται το θέμα της παιδικής ηλικίας.

Είναι ακριβώς αυτή η πρόκληση από  τον ποιητή των οδυνηρών αναμνήσεων, αυτή η αναβίωση του πόνου και της απώλειας που επιτυγχάνει την υπέρβαση της εσωτερικής διχοτόμησης και την σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν, του σημερινού εαυτού με το παιδί που κάποτε υπήρξε.

 

σ’ πονηριές όταν ήμουν παιδί

είχα ένα κόκκινο πικάπ

κι έβαζα πάντα το ίδιο τραγούδι

γιατί δε μ’ άρεσε η άλλη πλευρά

ήρθε μια μέρα που το ν’ αλλάζω το όνομα του τραγουδιού με μολύβι

γιατί έτσι άκουγα ένα άλλο

δεν έπιανε πια το ίδιο όπως και το να λέω την αυλή ‘νησί’.

 

 

Εδώ θα τόνιζα κάτι που συχνά παραβλέπουμε: Η απόσχιση της παιδικής ηλικίας από την υπόλοιπη ζωή μας της εξασφαλίζει μιαν ασυλία – βρίσκεται σε έναν τόπο περιφραγμένο, προστατευμένο από την πραγματικότητα, σε έναν χώρο ονειρικό και ως έναν βαθμό επινοημένο, όπου κυριαρχούν η ανεμελιά και η απόλαυση του παιχνιδιού.

 

Στην ποίηση του Damaggio το παιδί προβάλλει μέσα από τον ενήλικα και ερμηνεύει το τραύμα μετατρέποντάς το σε στίχους. Το παρελθόν της αθωότητας συνδέεται αφηγηματικά με το παρόν της συνειδητότητας και το μέλλον της ελπίδας για οριστική απελευθέρωση από τα φαντάσματα της παιδικής ηλικίας. Η επικράτηση της αλήθειας του ενήλικα επί της φαντασίωσης που βιώνει το παιδί θα σημάνει οριστικά το τέλος της ασυλίας, όπως εύστοχα υπονοείται στο ποίημα:

 

ιθ’ το κόκκινο μπαλόνι

είναι ακόμα εφικτή μια μορφή χαράς γι’ αυτό το σώμα που χειρονομεί, γελάει, μιλάει

περνάει τη νύχτα μπροστά σε σπασμένους ανθρώπους

όπου όλα τα κενά συμπίπτουν

σαν παιδί που τρέχει πίσω από ένα κόκκινο μπαλόνι,

και το κρατάει [με νύχια και με δόντια

και νομίζει ότι θα διαρκέσει,

και το αφήνει ελεύθερο